Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Τα 30 καλύτερα rock άλμπουμ του 2013 (από το 9 ως το 1) σύμφωνα με το rocking.gr

Νούμερο 9   Samsara Blues Experiment "Waiting For The Flood"


Ίσως τελικά το να κατηγοριοποιείς συγκροτήματα όπως οι Samsara Blues Experiment στην κατηγορία του retro rock να είναι αδικία. Γιατί μπορεί μεν να είναι εμπνευσμένοι από τα 70s (και ποιος δεν είναι εξάλλου;) αλλά αυτό που παίζουν είναι το heavy psych του σήμερα. Και το πόσο καλό είναι αυτό το σήμερα δεν θα το πιστέψετε αν δεν ακούσετε το "Waiting For The Flood", spoiler alert: το καλύτερο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα, θα το ανακηρύξω με όλη την υποκειμενικότητα που του αρμόζει.


Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τι είναι αυτό που κάνει μία δουλειά να ξεχωρίζει στο είδος αυτό που, παρότι αυστηρά προορισμένο για το underground δεν του λείπει ούτε το κοινό ούτε η γκάμα συγκροτημάτων. Τι είναι για παράδειγμα αυτό που έκανε το "Long Distance Trip" να αγκαλιαστεί από όλους και να ξεχωρίσει τους Samsara Blues Experiment από τα άλλα συγκροτήματα του είδους; Τι είναι αυτό που έκανε το "Revelation & Mystery" να θεωρηθεί ένα βήμα πίσω; Και τι είναι τελικά αυτό που κάνει το "Waiting For The Flood" να τους ξαναβάζει στον θρόνο τους; Είναι η προσωπικότητα, το εύρος των επιρροών, το παίξιμο, ο τσαμπουκάς, η ατμόσφαιρα; Μην κοιτάτε εμένα για απαντήσεις, δεν ξέρω, είμαι εξίσου παραδομένος στη μαγεία της μουσικής αυτής που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί ή να κριθεί με αντικειμενικά, μετρήσιμα κριτήρια. Δεν μιλάμε για jazz fusion εδώ κύριοι και κυρίες, μιλάμε για μουσική που απευθύνεται στο θυμικό μας κατευθείαν, συντονίζεται με τα ψυχικά μας κύματα, μας απογειώνει σε πνευματικά ταξίδια. Ψυχεδέλεια λέγεται.




Αν μπορούσα να δοκιμάσω να εξηγήσω τα ανεξήγητα θα έλεγα ότι στο "Waiting For The Flood" υπάρχει μία έντονη και πολύ επιτυχημένη σπουδή πάνω στις φωνητικές μελωδίες που αντίθετα, όχι μόνο με το παρελθόν των Samsara Blues Experiment, αλλά και των περισσότερων συγκροτημάτων του είδους, δεν υπάρχουν απλά και μόνο για το διάλειμμα ανάμεσα στα μεγάλα ορχηστρικά κομμάτια, αποτελεί δομικό στοιχείο των τραγουδιών. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από φανερό στο "Shringara" που ανοίγει τον δίσκο και αποτελεί, τολμώ να πω, το καλύτερο τραγούδι που οι Γερμανοί έχουν γράψει έως τώρα.

Δεν είναι φυσικά μόνο τα φωνητικά που εντυπωσιάζουν στον δίσκο, είναι φανερό ότι η τετράδα βρίσκεται σε φόρμα. Από τα ανατολίτικα στοιχεία που είναι διάσπαρτα στο "Shringara" (και όχι μόνο) περνάμε με ευκολία στη jazz εισαγωγή του επίσης εκπληκτικού "Waiting For The Flood", από εκεί στα wah wah του "Don't Belong" το οποίο με τη σειρά του οδηγεί στη doom φυσαρμόνικα (!) και το sitar του "Brahmin's Lament". Τέσσερα τραγούδια ανεπτυγμένα σε 48 λεπτά μουσικής. Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου, αλλά ενώ φυσικά οι χαμηλές συχνότητες, οι μπασογραμμές, οι fuzz-αριστές κιθάρες και όλα τέλος πάντων τα τυπικά που ορίζουν αυτό που λέμε stoner rock είναι παρόντα, το αποτέλεσμα είναι ίσως το λιγότερο στονεράδικο (sic) άλμπουμ τους με τα όποια στερεότυπα του είδους.


Ακούγοντας τον δίσκο αυτόν, εύκολα φαντάζομαι πάνω στην καμπυλότητα του χρόνου έναν ακροατή το 1969 να έρχεται σε επαφή με τους Samsara Blues Experiment και να σκέφτεται «τι μουσική κυκλοφορεί εκεί στο 2013, πόσο τυχεροί είναι». Δεν με πιστεύετε; Ακούστε κι εσείς το "Waiting For The Flood".



Νούμερο 8   Foals "Holy Fire"


Ωρίμασαν, μεγάλωσαν, δείχνουν να πατούν πιο σταθερά στα πόδια τους και μπλα μπλα, τόσα πολλά κλισέ για να περιγράψεις την πρόοδο μιας μπάντας. Όσο δύσκολο και αν είναι, προσπαθώ να μην πέφτω σε αυτή την παγίδα χαρακτηρισμών. Από την άλλη όμως, όταν έχεις να κάνεις με ένα συγκρότημα που ήσουν εκεί από τα πρώτα του πατήματα και έχεις δει βήμα προς βήμα να αλλάζει ορθά στα αυτιά σου ο ήχος του, είναι αν μη τι άλλο αδύνατο να τιθασεύσεις τον ενθουσιασμό σου και απλά να μείνεις στα παραπάνω.


Ακούγοντας τον τρίτο δίσκο των Foals, αναρωτιέμαι...μήπως ήρθε η ώρα κάποιοι να τους δουν πιο προσεκτικά; Αρκετά συμπαθητική και αγαπησιάρική μπάντα, θα ειπωθεί εφόσον έχεις τυπικές σχέσεις μαζί τους, οι οποίες οφείλονται στο mainstream status που κουβαλά πάνω του το τόσο λίγο "Antitodes" μπροστά «στο ένα από τα σύγχρονα indie διαμάντια» "Total Life Forever", το οποίο είναι ικανό να ξεγελάσει το ενδιαφέρον σου και να μην αναγνωρίσεις το περίσσιο ταλέντο τους. Όμως όσοι από εμάς τους λατρέψαμε στον δεύτερο δίσκο τους ξέραμε με τι έχουμε να κάνουμε και περιμέναμε με ανυπομονησία την νέα τους δουλειά, όντας περίεργοι στο τι θα θελήσουν να μας προσφέρουν αυτή την φορά.



Για τρίτη φορά λοιπόν, οι Foals μας παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό. Αλλά για να μην παρεξηγηθούμε, όχι, δεν ανακάλυψαν τον άγνωστο εαυτό τους, ούτε έχουμε να κάνουμε με κάποιο ορθόδοξο θαύμα (δεν έχω ιδέα τι διάολο σκεφτόταν ο Philippakis και ονόμασε έτσι τον δίσκο). Πολύ απλά έκλεψαν λίγες ιδέες από τον πρώτο και δεύτερο δίσκο τους και πήγαν τον ήχο τους παραπέρα.

Το "Holy Fire" προλογίζει τόσο ιδιαίτερα με τη προϋπόθεση όμως πως δεν έχεις ακούσει το πρώτο single του δίσκου. Πραγματικά σου προκαλεί έκπληξη να ακούς τις κιθάρες των Foals τόσο βαριές και τον Φιλιππάκη να ξελαρυγγιάζεται, για αυτό θα ήμουν πολύ περίεργος να ακούσω κάποια ολοκληρωμένη δουλειά τους να κινείται στην τριάδα της  "Prelude" - "Inhaler" - "Providence", εκεί όπου δείχνουν πιο σοβαροί, και οποιαδήποτε τρύπα να έκλεινε ονειρικά με τραγούδια όπως το "Stepson".

Ωστόσο ο δίσκος από το tropical "My Νumber" (οι πρώιμοι Friendly Fires θα σκότωναν για να το έχουν στο οπλοστάσιο τους) και μετά παίρνει μια συγκεκριμένη τροπή. Dance rock (ποτέ δεν μου άρεσε ο σύγχρονος όρος dance-punk που εφηύρε το NME) και σύγχρονο pop rock συνδυάζονται άψογα δημιουργώντας αναμφίβολα πολύ καλά τραγούδια για το είδος τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το "Everytime").

Οι Foals κάνοντας για άλλη μια φορά αυτό που τους αρέσει μπόρεσαν να δημιουργήσουν έναν ποιοτικό εθιστικό δίσκο. Χωρίς να φοβηθούν άφησαν πίσω τον αριστουργηματικό ήχο του "Total Life Forever" δίχως να γυρίσουν εντελώς την πλάτη σε αυτόν. Επαναφέρουν το art rock παρελθόν τους αυτή την φορά όμως τιθασευμένο και καθαρά χορευτικό και κάνουν το 2,5 / 3.


Τελικά, το πιο σημαντικότερο από όλα; Παίζουν μπάλα με τους μεγάλους όντας πιστοί στη μοντέρνα μουσική έννοια του indie.



Νούμερο 7   Queens Of The Stone Age  "...Like Clockwork"


Το έκτο στούντιο άλμπουμ των Queens Of The Stone Age έγινε από το πουθενά μία από τις πιο hyped κυκλοφορίες της χρονιάς, πριν ακούσει κανείς νότα. Όχι ότι δεν το αξίζει ένα συγκρότημα που έχει κυκλοφορήσει δύο από τους σημαντικότερους alternative rock δίσκους των 00s (τα "Rated R" και "Songs For The Deaf")... Απλά είναι παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς ότι βρίσκονται σε συνθετική πτώση: από το αρκετά καλό αλλά κατώτερο των προκατόχων του "Lullabies To Paralyze" του 2005 μέχρι το άνισο "Era Vulgaris" του 2007. Βέβαια, αυτοί οι ανασταλτικοί παράγοντες σβήνονται μονοκοντυλιά με την κατάλληλη προώθηση στα ανά τον κόσμο μουσικά μέσα και το budget για την μεγαλύτερη σύναξη μουσικών προσκεκλημένων εδώ και αρκετά χρόνια.

Προτού φτάσουμε στα της μουσικής, να επισημάνουμε λίγο το υπόβαθρο που εν τέλει «προκάλεσε» έναν τέτοιο δίσκο. Το 2010 ο Josh Homme, το μυαλό και η ψυχή των Queens Of The Stone Age, είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ρουτίνας στο γόνατο. Εξαιτίας επιπλοκών κόντεψε να χάσει την ίδια του τη ζωή και είχε καθηλωθεί σε ακινησία για πάνω από τέσσερις μήνες. Όπως δηλώνει ο ίδιος -και όσοι έχουν βρεθεί σε παρόμοιες καταστάσεις- το εν λόγω περιστατικό του άλλαξε ολόκληρη την κοσμοθεωρία. Πρώτο τραγούδι που έγραψε μετά την ανάρρωσή του ήταν το "The Vampyre Of Time And Memory", το οποίο τυχαίνει να είναι και η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ. «I want God to come / And take me home / Because I'm all alone in this crowd»...

Σε αυτό το σημείο, να τονίσουμε ότι το "...Like Clockwork", εκτός των άλλων, είναι και ηχητικά μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση δίσκου. Έχει μέσα κολλητικά hit-άκια για να παίζουν σε rock μαγαζιά, έχει μέσα εξαιρετικές mid-tempo συνθέσεις, έχει μπαλάντες... Αυτό που δεν έχει, όμως, είναι γκάζι, βαριές κιθάρες και ογκώδη παραγωγή, κάτι που ενδεχομένως να οδηγήσει σε μουδιασμένες πρώτες ακροάσεις. Ωστόσο, μην ξεγελαστείτε: ο Homme έβαλε τα δυνατά του εδώ πέρα και έγραψε έναν δίσκο που ακρόαση με την ακρόαση μεγαλώνει, και σου «κολλάει» όλο και περισσότερο μέχρι να καταλήξεις απόλυτα εθισμένος. Σημαντικότατος παράγοντας και η ημερομηνία κυκλοφορίας του δίσκου, καθότι το θερινό mood που αποπνέει σε καλεί να το συμπεριλάβεις στο περιβόητο «soundtrack του καλοκαιριού».

Όσον αφορά τις συμμετοχές, σημαντικότερη ήταν η επιστροφή του Dave Grohl στα drums στα μισά από τα κομμάτια (στα άλλα μισά έχουμε τον Joey Castillο). Για να πούμε την αμαρτία μας, ουδόλως αντιληφθήκαμε την παρουσία του, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, καθώς μπορεί να σημαίνει ότι αφομοιώθηκε εξ' ολοκλήρου από το σύνολο - και κάτω από την ισχυρή προσωπικότητα του Homme. Είχαμε επίσης τους Trent Reznor, Alex Turner, Elton John, Mark Lanegan, Nick Oliveri, James Lavelle και άλλα αστέρια της μουσικής σκηνής, χωρίς ούτε ένας εξ' αυτών να κάνει ηχηρή την παρουσία του. Ή δεν προσέθεσαν κανένα σημαντικό λιθαράκι ή έκαναν αθόρυβη δουλειά την οποία αντιλαμβανόμαστε μόνο εκ της εξαιρετικής ποιότητας του αποτελέσματος. Έτσι κι αλλιώς, μικρή σημασία έχει αυτό.

Το άλμπουμ ξεκινάει με το "Keep Your Eyes Peeled", την πιο αργόσυρτη σύνθεσή του, με τη  συμμετοχή του Jake Shears των Scissor Sisters στα φωνητικά. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το μόνο κομμάτι όπου κάνει κάπως άσχημη εντύπωση η ξερή παραγωγή που αφήνει τις κιθάρες «πίσω», καθότι μετά οι Queens Of The Stone Age γίνονται αρκετά πιο ραδιοφωνικοί, με την καλή έννοια. Δεν αργούμε να το αντιληφθούμε με το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, το εξαιρετικά ευδιάθετο "I Sat By The Ocean" που το ακούς και λικνίζεσαι ασυναίσθητα - ή και όχι ...ασυναίσθητα. Το "The Vampyre Of Time And Memory" είναι η μία από τις δύο μπαλάντες του δίσκου, εξαιρετικό από την αρχή του (όπου ο Homme τραγουδάει συνοδεία πιάνου) μέχρι το τέλος, όταν και οι ηλεκτρονικοί ήχοι μπλέκονται υπέροχα με την παραμορφωμένη κιθάρα.


Το "If I Had A Tail" είναι ακόμα ένα κομμάτι με κολλητικότατο ρεφρέν, ακριβώς όπως τα τρία προηγούμενα και τα έξι επόμενα τραγούδια, οπότε από τούδε και στο εξής θα το θεωρούμε ευκόλως εννοούμενο και θα το παραλείπουμε. Πολύ πιασάρικο και αναίσχυντα mainstream, για κάποιο λόγο που δεν ξέρεις ακόμα θα κολλήσει στο repeat. Στα φωνητικά έχουμε συμμετοχές από τον Nick Oliveri, τον Alex Turner (Arctic Monkeys) και τον Mark Lanegan, οι οποίοι τραγουδούν όλοι μαζί «If I had a tail I'd swat the flies». Το "My God Is The Sun" ανεβάζει τις ταχύτητες και θα θυμίσει περισσότερο από κάθε άλλο εποχές "Songs For The Deaf". Το ψυχεδελικό και ατμοσφαιρικό "Kalopsia" με τη συμμετοχή του Trent Reznor (Nine Inch Nails) ξεσπά μόνο στα ρεφρέν του και μοιάζει να είναι b-side των Radiohead εποχής "Ok Computer". Το "Fairweather Friends" που ακολουθεί περιλαμβάνεται σίγουρα μέσα στις καλύτερες στιγμές του δίσκου και το γεγονός πως το έχει συν-γράψει ο Mark Lanegan μόνο τυχαίο δεν είναι, ενώ το πιάνο του Elton John δίνει αυτό το κάτι παραπάνω. Είναι, επίσης, το μόνο κομμάτι του οποίου την μίξη έχει κάνει ο μεγάλος Joe Barresi, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό.




Το "Smooth Sailing" είναι το αντίστοιχο "Panic Station" που είχαν οι Muse στον τελευταίο δίσκο τους: ένα pop rock κομμάτι για να πιάσουμε και τους πιο ανάλαφρους εκ των ακροατών. Κάποιους θα τους κερδίσει... Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι πρόκειται για τη μοναδική αδύναμη στιγμή της κυκλοφορίας, ωστόσο θεωρώ σωστή την τοποθέτησή του στο track-listing. Ένα τραγούδι πριν το τέλος συναντούμε το "I Appear Missing", την πιο μεγάλη σύνθεση της κυκλοφορίας (διάρκειας έξι λεπτών) και σίγουρα μία από τις κορυφαίες, διαθέτοντας το καλύτερο ρεφρέν απ' όλες τους και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες γέφυρες. Το ομώνυμο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο μοιάζει αρχικά να είναι μια όμορφη ακουστική μπαλάντα, αλλά εν συνεχεία αποκτά μία υποψία φλοϋδισμού που της δίνει άλλη διάσταση, κλείνοντας έτσι με τον ιδανικότερο τρόπο ένα σημαντικότατο comeback από ένα συγκρότημα-κεφάλαιο για την rock μουσική.

Όσοι ψάχνετε για το καινούργιο "Songs For The Deaf" ή το "Rated R", σίγουρα κακώς κάνατε εξαρχής και ψάξατε εδώ. Όχι μόνο επειδή εξαιρετικά δύσκολα θα καταφέρουν ποτέ οι Queens Of The Stone Age να γράψουν κάτι εφάμιλλο ποιοτικά, αλλά και επειδή η ηχητική τους κατεύθυνση πια απέχει παρασάγγας. Το "...Like Clockwork" είναι ένας φοβερά εθιστικός δίσκος με αρκετό βάθος ώστε να ξεδιπλώνεται με τον καιρό. Σίγουρα καλύτερος από τους προκατόχους του και άνευ αμφιβολίας ο δίσκος που ψάχναμε τώρα που ξεκινήσαμε σιγά-σιγά κατηφορίζουμε προς παραλίες. Ευχάριστο το γεγονός ότι σκαρφάλωσαν στην κορυφή του Billboard γιατί η rock σκηνή έχει ανάγκη τους ισχυρούς, μουσικά και εμπορικά, Queens Of The Stone Age.



Νούμερο 6 Arcade Fire "Reflektor"


Έρχονται στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου που αποδεικνύονται καθοριστικές. Μια τέτοια ήταν για τον Win Butler, τον frontman των Arcade Fire, η επίσκεψη στην Αϊτή, τον τόπο καταγωγής της συζύγου του (και «frontwoman» στο group) Régine Chassagne. Θυμίζω ότι η Αϊτή υπήρξε η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία Αφροαμερικανών και το μοναδικό κράτος που γεννήθηκε έπειτα από επιτυχημένη επανάσταση δούλων, αλλά μέχρι σήμερα -σχεδόν 210 χρόνια μετά τη διακύρρηξη της ανεξαρτησίας της- αδυνατεί να ορθοποδήσει, παραμένοντας η φτωχότερη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου.

Όχι μόνο για το ζεύγος, αλλά για την μπάντα ολόκληρη, η επίσκεψη στα πανέμορφα, αλλά τόσο ταλαιπωρημένα εκείνα χώματα της Καραϊβικής υπήρξε μια αποκαλυπτική εμπειρία. Μια συναυλία στο Port-au-Prince μπροστά σε ένα μικρό κοινό και η συναναστροφή με τους ντόπιους, που όχι απλά αγνοούσαν τη δική τους μουσική, αλλά μέσα στην εξαθλίωσή τους δεν είχαν ακούσει πολύ βασικότερα πράγματα, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones, στάθηκε αφορμή για να επαναπροσδιορίσουν πολλά πράγματα.  Αλληλεπιδρώντας με ένα «παρθένο» κοινό, ένιωσαν την αξία της απελευθερωτικής ενέργειας και της ευφορίας που πηγάζει από το χορό και επανεκτίμησαν πολλά πράγματα στον τρόπο γραφής τους.

Έτσι, μπορεί πολλά στο τέταρτο (το πρώτο διπλό) άλμπουμ των Καναδών να παραπέμπουν στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (το εξώφυλλο, οι τίτλοι ορισμένων κομματιών, το τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα "Orfeu Negro" (1959) ως βάση για το lyric video του "Afterlife" και το full album stream, που δόθηκε πριν λίγες ημέρες στη δημοσιότητα), αλλά ο μύθος εκείνος εντοπίζεται μόνο εφαπτομενικά στο "Reflektor" και τελικά η γνωριμία των Arcade Fire με την Αϊτή (αλλά και την Τζαμάικα) αποδεικνύεται σαφώς καθοριστικότερη.

Kομμάτια όπως το "Flashbulb Eyes" ή το "Here Comes The Night Time" μπορεί να ξαφνιάζουν (ή και να ξενίζουν ακόμη) στο πρώτο άκουσμα, αλλά τελικά, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ψυχή του "Reflektor", ενός άλμπουμ που -απροσδόκητα για πολλούς- βασίζεται στο ρυθμό και στη λυτρωτική δύναμη του χορού. Η προσέγγιση θυμίζει τα «χαρμόσυνα» των Flaming Lips, ενώ σύμφωνα με δηλώσεις του Win Butler, ο δείκτης για το εάν το κάθε ένα από τα περίπου 60 κομμάτια που ηχογράφησαν (εδώ συναντούμε 13 από αυτά) πήγαινε προς τη σωστή κατεύθυνση, ήταν το αν θα χτύπαγε ρυθμικά το πόδι του ο James Murphy (LCD Soundsystem), ο οποίος εκτελεί χρέη συμπαραγωγού εδώ, δίπλα στον τακτικό τους συνεργάτη Markus Dravs.

Για τον Butler, οι αφρικανικοί ρυθμοί και τα voodoo ως βασικοί κώδικες επικοινωνίας στην Αϊτή υπήρξαν μια κοσμογονία, δίχως την οποία το "Reflektor" δεν θα έβγαινε ποτέ. Όπως δήλωσε, καθώς βίωνε τον τοπικό πολιτισμό και χόρευε φορώντας μάσκα, ένιωσε να μειώνεται το χάσμα μεταξύ του σώματος και του πνεύματός του. Αν θυμηθούμε το "Μy Body Is A Cage" από το "Neon Bible" (2007), καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό στην περίπτωσή του...

Προσωπικά έμαθα τους Arcade Fire μέσα από ένα cd με τα «καλύτερα της χρονιάς» που είχε δώσει το περιοδικό Q στο τέλος του 2004. Το κομμάτι από το "Funeral" που είχε συμπεριληφθεί σε εκείνο το απίθανο compilation (καταπληκτική μουσική χρονιά το 2004, παρεμπιπτόντως) ήταν το "Neighborhood #2 (Laïka)" κι από εκεί θυμάμαι ότι ο χορός υπήρχε εξ αρχής στα κομμάτια τους (ας είναι καλά η Régine). Οι φανατικοί τους φίλοι σίγουρα θα θυμούνται τους γείτονες να χορεύουν στο ρυθμό του φάρου του περιπολικού που ήρθε να μαζέψει τα ασυμάζευτα στη συγκλονιστική ιστορία του Alex:

«When daddy comes home you always start a fight, 
so the neighbors can dance in the police disco lights»

Μόνο που εκείνος ήταν χορός αγχωτικός, όπως κι ο αντίστοιχος του "No Cars Go" από το "Neon Bible" (2007, πρώιμη έκδοση στο EP του 2003) ή ο άλλος του "Ready To Start" από το "Suburbs" (2010). Όλοι αυτοί ήταν χοροί της πνιγηρής ζωής των προαστίων που περιγράφεται με τόση ακρίβεια στα τραγούδια τους: όλα καλά κι όλα ωραία και μια βιτρίνα φαινομενικά τέλεια, αλλά εντός των τοιχών, τα πράγματα είναι αλλιώς, όπως στο τιμημένο με Oscar "American Beauty" (1999).

Με το "Reflektor" οι Arcade Fire βγαίνουν από το καβούκι τους κι απευθύνονται σε όλον τον κόσμο με τον τρόπο που οφείλουν να κάνουν οι κάτοχοι Grammy (το "Suburbs" τιμήθηκε στην κατηγορία «άλμπουμ της χρονιάς» προ διετίας). Αυτήν τη φορά -μέσω Αϊτής και με κομμάτια όπως τα "Here Comes The Night Time", "Flashbulb Eyes", "Afterlife" κ.ά.- μας φέρνουν έναν χορό εξωστρεφή, απελευθερωτικό και καλοκάγαθο. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τον περασμένο Απρίλιο ο Win και η Régine έγιναν γονείς και η υποχρέωση του «keep mommy happy» ήταν επιβεβλημένη, ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει κανείς με την, ούτως ή άλλως, χαρωπή Régine.

Αλλά, ας μην «ανακατεύω» άλλο το sequencing του άλμπουμ. Καλύτερα να δούμε τα κομμάτια με τη σειρά που παρουσιάζονται, όπως αρμόζει στην πιο πολυαναμενόμενη κυκλοφορίας της χρονιάς (μαζί με τα "M B V" των My Bloody Valentine, "Random Access Memories" των Daft Punk, "The Next Day" του David Bowie και "Yeezus" του Kanye West, εννοείται).

Όσα προανέφερα δεν είναι σαφή στο "Reflektor", το πρώτο single του άλμπουμ. Υπάρχουν τα κρουστά της Καραϊβικής (για το άλμπουμ έχουν επιστρατευτεί δύο μουσικοί από της Αϊτή), το παιχνιδιάρικο μπάσο και ένα «world music» γύρισμα στα 02:21 (μοιάζει βγαλμένο από το "Graceland" (1986) του Paul Simon και υπογραμμίζεται υπέροχα από βαρύτονα σαξόφωνα), αλλά δύσκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για άμεση παραπομπή στο rara της Αϊτής ή τη reggae της Τζαμάικα.

Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτό το απίθανο κομμάτι; Κανονικά θα έπρεπε να γραφτεί μια εκτενέστατη κριτική μόνο για αυτό. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Ορφέας -«ο πατέρας των τραγουδιών» κατά τον Πίνδαρο- έχασε την αγαπημένη του Ευρυδίκη από δάγκωμα φιδιού, έπαιξε τόσο σπαρακτικά τραγούδια και ερμήνευσε με τόσο θρήνο, που όλοι οι Θεοί δάκρυσαν. Έτσι, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και με τη μουσική και το τραγούδι του έγινε ο μοναδικός που κατάφερε να απαλύνει την καρδιά του Αδη και της Περσεφόνης.  Αυτοί συμφώνησαν να αφήσουν την Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη Γη, υπό τον όρο ότι μέχρι να ανέβουν στον Άνω Κόσμο, ο Ορφέας θα περπάταγε μπροστά της χωρίς να την κοιτάξει. Ωστόσο, εκείνος από την αγάπη, τη χαρά και την προσμονή του αθέτησε την υπόσχεσή του και η Ευρυδίκη επέστρεψε στον Άδη.

Η αναπαραγωγή της σκοτεινής ατμόσφαιρας είναι συγκλονιστική και τη ζήλεψε ακόμη κι ο Bowie, ο οποίος συμμετέχει στο κομμάτι. Το 90s house πιανάκι στο τέλος και η Régine κλέβουν την παράσταση «μεταξύ της νύχτας και της αυγής, ανάμεσα στα βασίλεια των ζωντανών και των νεκρών»:



«Entre la nuit, la nuit et l'aurore
Entre le royaume des vivants et des morts»

Σε μια αλληγορία του ανθρώπου που περνάει τη μέρα του μπροστά σε οθόνες, οι Arcade Fire κοιτάζονται στον καθρέφτη, περνούν στην αντίπερα όχθη («see you on the other side»), γίνονται η αντανάκλαση τους και βλέπουν το είδωλο του εαυτού τους μέσα από τις κόρες των ματιών τους. Παραφράζοντας τα λόγια των Massive Attack από το "Safe From Harm", θα μπορούσαμε να γράψουμε: «I was looking back to see if myself was looking back at me to see me looking back at him». Ένα απίθανο σχόλιο πάνω στη «reflective age» της ελλειμματικής προσοχής, όπου η πληθώρα των ερεθισμάτων προκαλεί διάθλαση της πληροφορίας σαν το φως που εκτρέπεται χτυπώντας στη disco μπάλα.

Στη limited edition του 12-ιντσου βινυλίου τα επί μέρους στάδια του κομματιού εμφανίζονται σαν ένα εικονικό tracklisting δεκατεσσάρων κομματιών (εφτά σε κάθε πλευρά). Μεγάλη δόση αυτοϊκανοποίησης εδώ, αλλά πώς να τους κακολογήσεις, όταν έχουν φτιάξει ένα τόσο φιλόδοξο track, που παρά την πυκνή δομή και τα επτάμισι λεπτά του καταφέρνει -χάρη στον Murphy- να ακούγεται τόσο ...pop;  Καλά για το video του Anton Corbijn τί να πρωτογράψει κανείς; Μου θύμισε εκείνες τις δύσπεπτες -αλλά πραγματικά αξέχαστες- "Αρμονίες του Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmoniak" - 1999, Béla Tarr). Υπάρχει τόσο υπόβαθρο πίσω από αυτό το κομμάτι (οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι κύρια έμπνευση αποτέλεσε ένα δοκίμιο του Δανού φιλόσοφου Søren Kierkegaard από τα μέσα του 19ου αιώνα, υπό τον τίτλο "The Present Age"), αλλά θα σταματήσω εδώ για να μην σας στερήσω (όλη) τη χαρά της ανακάλυψης.

Η ατμόσφαιρα του «σκοτεινού» "We Exist" με το ηλεκτρικό μπάσο («ανιψάκι» του "Billie Jean";) είναι το κάτι άλλο. Εδώ μιλούν για κάποιον νεαρό χαρακτήρα που ανήκει σε κάποια μειονότητα (πιθανή -αλλά όχι ξεκάθαρη- αναφορά στην gay κοινότητα) και φοβάται τις διακρίσεις που θα υποστεί («Daddy it's true / I'm different from you / But tell me why they treat me like this?»). Ωραία, ενημερωμένη έκδοση του πυκνού ήχου που μας έχουν συνηθίσει. Και κάπου εκεί το κλίμα αρχίζει να γίνεται ελαφρύτερο και παραμένει έτσι μέχρι το τέλος του πρώτου δίσκου.

Το γεμάτο reverb Dub του "Flashbulb Eyes" είναι κάτι που δύσκολα θα περίμενε κανείς να ακούσει σε άλμπουμ των Καναδών. Αλλά ακόμη κι εδώ ο διάλογος συνεχίζεται. Μουσικά μεταφερόμαστε στην Αϊτή (ή στην Τζαμάικα;) και εκεί παρ' όλες τις συμφορές επικρατεί η ειλικρίνεια: «hit me with your flashbulb eyes / you know I've got nothing to hide» (έστω κι αν απευθύνεται σε μια κάμερα) - σε βαθύ contrast με το «we all got something to hide» του «πολιτισμένου» North American Scum (για να θυμηθούμε και τους σπουδαίους LCD Soundsystem) που γνωρίσαμε στο "Reflektor".

Βρισκόμαστε μόλις στο τρίτο κομμάτι και δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι όλες αυτές οι μουσικές ιδέες που στριμώχνονται σε κάθε track δυσκολεύουν την ανάδειξη ενός ύμνου από εκείνους για τους οποίους λατρεύτηκαν εξ' αρχής οι Καναδοί. Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός τους εδώ.

Κομμάτια αυτού του τύπου οι Arcade Fire έχουν μπόλικα -κανένα group μετά το 2000 δεν έχει περισσότερα-, τα «πανυγηρτζίδικα» τους έλειπαν. Κι εδώ έρχεται το "Here Comes The Night Time" να δώσει τη λύση. Μου έχει μείνει αξέχαστη η εμφάνισή τους στο Benicassim το 2011 και το παρατεταμένο sing-along του κόσμου που κράταγε για ώρα μετά το τέλος κομματιών όπως το "Rebellion Lies" ή το "Wake Up". Ωστόσο, όσο αναπολώ τις ανατριχίλες εκείνων των στιγμών, άλλο τόσο θα ήθελα να βρεθώ σε ένα αναγεννησιακό γλέντι σαν αυτό που θα στήνεται εφ' εξής στο a-la Manu Chao πρωτόγονο κρεσέντο που ξεσπά μετά τα 04:25 του "Here Comes The Night Time". Ξέρετε, από αυτά που τώρα είσαι εδώ και την επόμενη στιγμή βρίσκεσαι 15 μέτρα μακριά, έχοντας ξεχάσει το όνομα και την ημερομηνία γέννησής σου. Δεν το παίρνεις με τη μία στα σοβαρά το κομμάτι αυτό, αλλά αν μεταφερθείς νοερά σε μια συναυλία τους με 60.000 κόσμο γύρω σου, η χρησιμότητά του θα σου γίνει ξεκάθαρη.

Βέβαια, μην περάσει από το μυαλο σας ότι ξαφνικά οι Arcade Fire έγιναν αλαφροΐσκιωτοι γλετζέδες (εντάξει, ο Richard Reed Parry πάντα τέτοιος ήτανε...). Εν μέσω μιας καρναβαλικής φιέστας που εναλλάσσεται με ένα groovαριστό lovers rock, το εν λόγω track μας περιγράφει το δράμα μιας χώρας χτυπημένης από όλες τις συμφορές (αρρώστειες, λιμοί, σεισμοί, πολιτική αστάθεια). Η φούρια με την οποία σπεύδουν στο κρεσέντο παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθωποι στην πάμφτωχη Αϊτή τρέχουν στα καταλύμματά τους όταν αρχίζει να σουρουπώνει, καθώς ελάχιστοι έχουν πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα.

«When the sun goes down, you head inside
Cause the lights don't work
Yeah nothing works - they say you don't mind»

Η στροφή πριν την κλιμάκωση, με το απίθανο μπασο, τα κρουστά, το πιανάκι, την φόρτιση και την αποφόρτισή της είναι συγκλονιστική και ακολουθεί κατά γράμμα τους υπέροχους στίχους. Πραγματικά δεν το χορταίνω. Και μέσα στον κακό χαμό ενός φαινομενικού καρναβαλιού, το «χώσιμο» προς όλους εκείνους που δεν κάνουν τίποτε για να βρει το δρόμο της η Αϊτή:

«Now the preachers they talk up on the satellite
If you're looking for Hell, just try looking inside»

Το momentum που χτίστηκε διατηρείται στο ωμό "Normal Person", όπου ακούγονται σαν τους Pixies με όλο εκείνο το contrast της εναλλαγής μεταξύ «σιγανού και δυνατού» που γέννησε τους Nirvana του "Nevermind" (1991). Tο απλό, παιχνιδιάρικο, lo-fi riff είναι από τα καλύτερα που έχουν γράψει και σε κάνει να πηδάς προς το ταβάνι, υψώνοντας τα γόνατα για να παρατείνεις την πτήση. Ο στίχος «I never met a normal person» κλείνει το μάτι για ακόμη μια φορά στο «We all got things to hide» του "Reflektor" (και έλα να του πεις ότι έχει άδικο αυτήν την φορά...).

Και κάπου εδώ έρχονται τα δύο πιο προσβάσιμα κομμάτια του δίσκου. Στο "You Already Know" έχουμε μια συνάντηση των Smiths (και υπόκλιση στο παίξιμο του Johnny Marr) με τους Clash του "Sandinista!" (1980). Υπάρχει και μια χαριτωμένη λεπτομέρεια εδώ. Ήταν το 2007 όταν οι Καναδοί πήγαν να παίξουν στο show του (φλώρου) Jonathan Ross στο BBC. Χωρίς να έχουν πολυκαταλάβει με ποιους είχαν να κάνουν, οι Άγγλοι έβαλαν τον Win Butler να κάθεται μαζί με την «πλέμπα» στη βιτρίνα του green room, λες και πρόκειται για τους κοσμικούς του Dancing With The Stars ή για τη Eurovision. Μοιραίο ήταν ο Butler να τα σπάσει αφού ολοκλήρωσαν την εμφάνισή τους. Ποιός θα το περίμενε ότι ο Win θα ένιωθε τόσο περήφανος για εκείνη τη μέρα που θα την επανέφερε στο "Reflektor": ο Ross ακούγεται στην αρχή και στο τέλος του κομματιού...

Παρά την punk εισαγωγή, τo "Joan Of Arc" θα μπορούσε (με ένα κατάλληλο radio edit, που όπως μας απέδειξαν με το "Reflektor" δεν τους πολυενδιαφέρει, βέβαια), να είναι ένα από τα χιτάκια τους μέσα από ένα άλμπουμ, όπου τουλάχιστον τα μισά tracks έχουν αντίστοιχες προοπτικές. H ιστορία της Ιωάννας της Λωραίνης («First they love you / Then they kill you / Then they love you again») δίνεται σε μια χαριτωμένη μελωδία με καταπληκτικό μπάσο και την Régine να παίζει κομβικό ρόλο. Κάλλιστα θα μπορούσε να βρίσκεται στο "Suburbs" (2010). Με αυτό «κλείνει» το πρώτο cd και επικυρώνεται το πιο ζωντανό σύνολο που μας έχουν δώσει μέχρι σήμερα. Σαν να τους έχεις δίπλα σου να παίζουν.

Είναι σαφές, πλέον, ότι στο "Reflektor" δεν υπάρχουν οι ανατριχίλες που συναντά κανείς στις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, αλλά η απουσία τους περισσότερο πιστώνεται, παρά χρεώνεται στην μπάντα, καθώς σε κανένα σημείο δεν επιζητούν εκείνη τη δραματουργία. Οι ομοιότητες με το ιστορικό "Funeral" (2004) ολοκληρώνονται στα εφτά δευτερόλεπτα στις εισαγωγές των εναρκτήριων κομματιών των δύο άλμπουμ.

Το δεύτερο μέρος ξεκινάει υποτονικά με το "Here Comes The Night Time II", το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το πρώτο, περάν του ότι μας γυρίζει στο δράμα της Αϊτής. Μαζί με το "Flashbulb Eyes" είναι τα μόνα κομμάτια με διάρκεια μικρότερη των τριών λεπτών. Διευκρινίζεται ότι τα εννιά από τα δεκατρία (+ μία κρυφή περίληψη στην αρχή) κομμάτια του "Reflektor" ξεπερνούν τα πεντέμησι λεπτά.

Στο "Awful Sound (Oh Eurydice)" έχουμε μια από εκείνες τις κολοσσιαίες στιγμές των Arcade Fire που είναι φτιαγμένη για sing-along. Τίποτε δεν προμηνύει την εξέλιξη του κομματιού που ξεκινά με ένα ιδιαιτέρως ευρηματικό ρυθμικό σετ που θυμίζει trip-hop. Ο Jeremy Gara κάνει εξαιρετική δουλειά στα τύμπανα καθ' όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, αλλά εδώ δίνει τα ρέστα του. Και ξαφνικά ακριβώς στα μισά του κομματιού (02:59) κάνει μια χαρακτηριστική «Ringo Starr» αλλαγή και από εκεί και μετά τα πάντα φλερτάρουν με κλασσικά κομμάτια της δεύτερης περιόδου των Beatles, όπως το "Hey Jude" ή το "A Day In The Life" (το αεροπλάνο που πλησιάζει). Ωραιότατες slide κιθάρες, επίσης, αλλά δεν βλέπω τη σχέση με το μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (ίσως το «I know there’s a way we can leave today / think it over»), αλλά, όπως είπαμε, ο μύθος αυτός εφάπτεται με χαλαρότητα στο άλμπουμ, παρά τις πολλές αναφορές.

Και μετά από αυτό είναι σαν να μπαίνουμε σε κάποιον δίσκο των LCD Soundsystem (ή των New Order πριν από αυτούς) με το "It's Never Over (Hey Orpheus)". Νεοϋορκέζικος ρυθμός και κοφτό ηλεκτρονικό drum 'n' bass riff και είναι ξεκάθαρο ότι έχει αναλάβει δράση ο James Murphy. O ίδιος, πάντως, ισχυρίζεται ότι τα κομμάτια δεν είχαν παραγωγό, καθώς «έβγαιναν» από μόνα τους... Πολύ χρήσιμο το break στη μέση, το οποίο επαναφέρει ακόμη πιο δυνατά το έξυπνο riff. Εδώ έχουμε τη μοναδική περίπτωση που η αναπαραγωγή του μύθου είναι αρκετά πιστή.  Το ντουέτο του Win με την Régine είναι βολικότατο για την αναπαραγωγή του μύθου και μας μεταφέρει με ανατριχιαστικό τρόπο στην ανάβαση του ζεύγους στον Άνω Κόσμο («Hey, Orpheus! / I'm behind you / Don't turn around / I can find you / Just wait until it's over / Wait until it's through»), αλλά και στο τέλος του Ορφέα («Boy they’re  gonna eat you alive», θυμίζω ότι ο Ορφέας κατασπαράχθηκε από τις Θρακικές Μαινάδες όταν περιφρόνησε τη λατρεία των Θεών και ιδιαίτερα του προστάτη του Διονύσου). Ακόμη ένα highlight.

Στο ίδιο μοτίβο, αλλά πιο αργό το ατμοσφαιρικό "Porno", το οποίο με τα ηλεκτρονικά και τις παραμορφώσεις του βρίσκεται έτη φωτός μακριά από το "Funeral" (2004), αλλά κάθε άλλο παρά στερείται ψυχής. Οι στίχοι «Little boys with their porno/ I know they hurt you so / They don't know what we know» θα μπορούσαν κάλλιστα να παραπέμπουν στην τσόντα που κατακλύζει τα σημερινά video clip, τα οποία έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο κόσμος τη μουσική στις ημέρες μας. Κι εκεί έρχεται η πικρή παραδοχή με τον Butler να τραγουδά γεμάτος αγωνία:

«But this is their world 
Where can we go?
Makes me feel like something's wrong with me
Can you see me?»

Η κραυγή αγωνίας επαναλαμβάνεται («Can we work it out? / We scream and shout 'till we work it out») με πιο ζωηρό ρυθμό στο "Afterlife", που μοιάζει με ένα πιο radio-friendly αδερφάκι του "Reflektor" και είναι από τα πιο προσβάσιμα tracks του δίσκου.

«When love is gone, 
Where did it go? 
And where do we go?»

Φτάνουμε στο τέλος όπου μας περιμένει το αιθέριο "Supersymmetry". Κρουστά και ηλεκτρονικό μπάσο γεμάτα έξυπνες παύσεις δημιουργούν μια καταπληκτική ατμόσφαιρα, η οποία με λίγη φαντασία μοιάζει με μια υπερακοντισμένη high-tech εκδοχή του πονεμένου "Running To Stand Still" από το "The Joshua Tree" (1987) των U2. Υπέροχη παραγωγή και ένα τέλος αντάξιο ενός μεγάλου άλμπουμ.

Τι είναι, λοιπόν, το "Reflektor"; Ένας δίσκος που κατάγεται από ιστορικά «world music» άλμπουμ, όπως το "Remain In Light" (1980) των Talking Heads, το "My Life In The Bush Of Ghosts" (1981) του Brian Eno με τον David Byrne, ή το "Graceland" (1986) του Paul Simon και αποπνέει καλλιτεχνική ελευθερία, όντας απολύτως αντάξιος του ονόματος που έχουν φτιάξει οι Arcade Fire.

Μπορεί να είναι ένα άλμπουμ με ελιτίστικο υπόβαθρο, αλλά σε ανταμείβει πραγματικά αν το δεις από τη σωστή οπτική γωνία, ξεχνώντας τις προηγούμενες δουλειές τους. Η έντονα ρυθμική του διάθεση (χορευτική, με το δικό τους τρόπο, τουλάχιστον) σε βοηθάει να μπεις γρήγορα στο κλίμα, προτάσσοντας τα απολύτως βασικά: τον ιδρώτα και τη χαρμόσυνη απόλαυση της κίνησης.

Οι Arcade Fire ακροβατούν με χάρη προς κάτι νέο, ωθώντας τα όριά τους με φιλοδοξία και όλική απουσία συμβιβαστικής διάθεσης. Αυτή η μπάντα «τρέφεται» από το δημιουργικό πυρετό της και για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε ακούσει την τελευταία δεκαετία.

Ποιός θα το φανταζόταν; Ένα συγκρότημα που, όταν ξεκίνησε, έμοιαζε με καντηλανάφτες (νεκροθάφτες, για την ακρίβεια) που «έπεσαν» από κάποια ξεθωριασμένη αναμνηστική φωτογραφία της εποχής του μεσοπολέμου, θα έφτανε στο σημείο να μας δώσει χορευτική μουσική με βάση τη discο! Παρ' όλα αυτά διατηρούν ακέραια τα χαρακτηριστικά για τα οποία τους αγαπήσαμε και δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Murphy ήταν ο κατάλληλος για να εξασφαλίσει ότι η μετάβαση θα γινόταν με ομαλό τρόπο. Λειτουργεί σαν καταλύτης για τις φιλοδοξίες τους και αφήνει την ψυχή αυτής της μπάντας να αναδυθεί για ακόμη μια φορά.

Ας μην γράψω άλλα, τα πράγματα είναι απλά. Το "Reflektor" δεν είναι τίποτε λιγότερο από ακόμη ένας θρίαμβος των Arcade Fire.


Νούμερο 5  Heaven's Basement "Filthy Empire"

Θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Οι Heaven's Basement με το ντεμπούτο άλμπουμ τους, "Filthy Empire", ανεβάζουν τον πήχη των hard rock κυκλοφοριών του 2013 (και όχι μόνο) σε επίπεδα Sergey Bubka (γνωστός και ως «τσάρος των αιθέρων»). Το κουαρτέτο από την Αγγλία τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου ομώνυμου EP και δυο μετά το EP "Unbreakable", πράττει τα δέοντα ώστε να αποδείξει πως η υπομονή άξιζε.

Όλο αυτό το διάστημα βέβαια η μπάντα δεν ήταν ανενεργή. Κάθε άλλο. Περιόδευσε αρκετά και με σημαντικά ονόματα όπως οι Papa Roach, Buckcherry, Black Stone Cherry και Seether, ενώ έδωσαν το παρόν και σε μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ όπως το Download και το Sonisphere. Έχοντάς τους δει live δυο φορές, μπορώ να πω με σιγουριά πως η συναυλιακή τους δραστηριότητα τούς έχει φορτώσει με εμπειρία και αυτοπεποίθηση και βγάζουν τρομερή ενέργεια πάνω στη σκηνή.


Ο ήχος του δίσκου βγάζει κάτι από την αλητεία των Guns N' Roses της "Appetite For Destruction" εποχής, με τα βρώμικα riff, τα φοβερά γηπεδικά refrain και το σφιχτό rhythm section, αλλά συγχρόνως ακούγεται αρκετά μοντέρνος, με πάρα πολύ καλή παραγωγή και μίξη. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω την συμβολή των Rob Ellershaw (μπάσο) και Chris Rivers (τύμπανα), οι κράχτες είναι ο Aaron Buchanan με το φοβερό λαρύγγι του και ο κιθαρίστας Sid Glover, ο οποίος πρέπει να κοιμόταν επί χρόνια με τη φωτογραφία του Slash στο κομοδίνο του εφηβικού του δωματίου.


Το εναρκτήριο "Welcome Home" είναι ενδεικτικό του τι θα ακολουθήσει και κερδίζει αμέσως την προσοχή του ακροατή με το sleazy riff του και την φοβερή ερμηνεία του Buchanan. Στη συνέχεια μπαίνει το single "Fire, Fire" με τα σκασίματα στο ταμπούρο, το βρώμικο riff και την μαγική και συνάμα χαοτική στιγμή στο solo, το οποίο ακολουθείται από το "Nothing Left To Lose". Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ και στο οποίο το groove-άτο verse με τις εναλλαγές στο μικρόφωνο μεταξύ του Buchanan και του Glover, ακολουθείται από ένα φοβερό refrain, ενώ και η ανάπτυξη του τραγουδιού είναι υποδειγματική, με το αργό μέρος και τη σταδιακή αύξηση της δυναμικής, λίγο πριν το solo, να λειτουργεί καταπληκτικά.

Στο "When The Lights Go Out In London" ο ρυθμός πέφτει και υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολική διάθεση που δημιουργούν οι στίχοι και η bluesy κιθάρα, ενώ στο refrain «πέφτουν κορμιά» με τα φοβερά γυρίσματα της φωνής από τον Buchanan. Το "I Am Electric" διαφοροποιείται σε σχέση με τις υπόλοιπες συνθέσεις του δίσκου, καθώς είναι ό,τι πιο μοντέρνο θα ακούσουμε, με καταιγιστικό ρυθμό και σαφείς punk rock αναφορές. Συνέχεια με το "The Long Goodbye" το οποίο έχει κολλητική μελωδία και καταπληκτικό σόλο, το "Heartbreaking Son Of A Bitch" που μπουκάρει και να σε παρασύρει με την ενέργειά του, ακριβώς πριν την πλέον ραδιοφωνική στιγμή του δίσκου που δεν είναι άλλη από το "Be Somebody" το οποίο δείχνει ένα πιο mainstream πρόσωπο της μπάντας.

Το "Can't Let Go" είναι από αυτά τα τραγούδια που ξεκινάς να σιγοτραγουδάς από την πρώτη ακρόαση με φοβερό refrain και την πολύ ωραία γέφυρα πριν το solo. Η πιο ήρεμη στιγμή του δίσκου είναι το ακουστικό "The Price We Pay" το οποίο βγάζει μια στεναχώρια, χωρίς όμως να είναι υπερβολικά μελό για να χαρακτηριστεί «τυροτράγουδο». Τέλος για το κλείσιμο έχουμε δυο hard rock δυναμίτες, το groovy "Jump Back" και το υμνητικό "Executioner's Day" με τις βόλτες διαρκείας των δακτύλων του Glover πάνω στην ταστιέρα και με το πόδι ταυτόχρονα κολλημένο στο wah-wah.

Το "Filthy Empire" έχει όλα εκείνα τα συστατικά για να κερδίσει κάθε οπαδό του είδους και να χτίσει γερά θεμέλια μεγάλης επιτυχίας για τους Heaven's Basement. Έχουν καταπληκτικό τραγουδιστή, με τις φωνητικές μελωδίες και ερμηνείες του στο δίσκο να αποτελλούν αδιάψεστο μάρτυρα. Έχουν κιθαρίστα ο οποίος και θέλει να παίξει, αλλά το σημαντικότερο είναι πως και μπορεί, με το μόνο που ίσως χρειάζεται είναι να αναπτύξει λίγο περισσότερο την προσωπικότητά του. Επίσης φαίνεται πως ξέρουν να συνθέτουν τραγούδια ανακατεύοντας κάποια από τα καλύτερα στοιχεία του hard rock των 80s και 90s τα οποία μοιάζουν να γράφτηκαν για να τραγουδιούνται στα μεγάλα στάδια. Οπότε, όσο είναι ακόμη νωρίς, επιβιβαστείτε στο τρένο που ακούει στο όνομα Heavens's Basement γιατι η διαδρομή προβλέπεται άγρια και περιπετειώδης.


Νούμερο 4   Alter Bridge "Fortress"


Τα πράγματα στη μουσική είναι απλούστερα από όσο νομίζουμε. Όσο ψάχνεις, θα βρίσκεις. Θα βρίσκεις πράγματα που σε αγγίζουν, που σου δημιουργούν αυτό το μοναδικό συναίσθημα ότι έχουν γραφτεί για σένα προσωπικά. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί πως τα πάντα έχουν παιχτεί, πως δεν βγαίνουν πλέον σπουδαία συγκροτήματα και άλμπουμ, στα δικά μου αυτιά ακούγονται ως φτηνές δικαιολογίες από ανθρώπους που, απλούστατα, δεν έχουν, άλλη όρεξη να ακούσουν νέα μουσική και να δεθούν μαζί της. Το γεγονός πως τα εμπορικά μεγέθη άλλαξαν άρδην μαζί με την μουσική βιομηχανία, δεν επηρεάζει την καλλιτεχνική υπόσταση των πραγμάτων και κάθε γενιά οφείλει να έχει τους δικούς της ήρωες. Τέτοιοι είναι και οι Alter Bridge, χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμία δικαιολογία για να τους αγνοήσει κάποιος.

Επιστρέφοντας με το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, έχουν κατακτήσει ένα status που αμφιβάλλω ότι πολλοί πίστεψαν πως θα αγγίξουν, ειδικά όταν μετά το πρώτο άλμπουμ τους, "One Day Remains", η δισκογραφική τους εταιρεία σχεδόν τους παράτησε. Η δύσκολη εκείνη περίοδος οδήγησε στην καλλιτεχνική κορύφωση του "Blackbird" και εν συνεχεία ήρθε το εμπορικό ζενίθ του "ABIII", όπου το brand name του συγκροτήματος μεγάλωσε απότομα, με αποκορύφωμα τη sold out εμφάνιση στο Wembley Arena, του Λονδίνου. Παράλληλα, ο Myles Kennedy έγινε ο επίσημος wingman του Slash, κερδίζοντας ακόμα μεγαλύτερη αναγνώριση, προερχόμενη τόσο από επιφανειακούς ακροατές, όσο κι από διάσημους μουσικούς. Κάπως έτσι, το "Fortress" έρχεται να αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία και δεν θα μπορούσαν να την αφήσουν να πάει χαμένη.


Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν χρειάζεται καν να τελειώσει η πρώτη ολοκληρωμένη ακρόασή του για να συνειδητοποιήσεις ότι βρίσκεσαι αντιμέτωπος με κάτι το σπουδαίο. Ένα προς ένα, τα κομμάτια που απαιτούνται για να συντεθεί κάτι το ξεχωριστό αναδεικνύονται κατά τη ροή του δίσκου. Ήξερες ότι έχεις μια μεγάλη φωνή, αλλά είναι οι φωνητικές μελωδίες και το πάθος στις ερμηνείες που κάνουν τη διαφορά. Ήξερες ότι θα απολαύσεις έναν εκπληκτικό κιθαρίστα, αλλά εδώ δείχνει σε σημεία να ξεπερνά τον εαυτό του σε επίπεδο απόδοσης. Ήξερες ότι θα ακούσεις ένα στιβαρό rhythm section, αλλά εδώ δεν περιορίζεται σε αυτό, προσφέροντας την παραπάνω δύναμη στις συνθέσεις. Ήξερες ότι μπορείς να περιμένεις καλά τραγούδια και σου προσφέρει δώδεκα τέτοια. Κι αν δεν ήξερες, μπορείς να μάθεις.



Δεν ξέρω αν το "Fortress" και γενικότερα η μουσική των Alter Bridge κατηγοριοποιείται ορθότερα ως hard rock ή heavy metal. Πιθανότατα, αυτό εξαρτάται από την μουσική οπτική γωνία του καθενός, αλλά -τουλάχιστον για εμένα- μικρή σημασία έχει. Είτε είσαι οπαδός των Metallica, είτε των Alice In Chains, εδώ θα βρεις την επόμενη μπάντα που προσπαθεί να παίξει στο επίπεδό τους και θα ξαναβρείς μουσικές που έχουν την ορμή να σε εμπνεύσουν να ασχοληθείς περισσότερο με αυτό το είδος μουσικής. Πριν διαφωνήσεις, στάσου κι άκου μερικές φορές το "Calm The Fire". Αν δεν σου κάνει, τότε αγνόησε όσα γράφω. Δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε.

Σε σύγκριση με το παρελθόν, το νέο άλμπουμ ακούγεται ενδεχομένως ακόμα πιο βαρύ, με την παραγωγή του Elvis Baskette να είναι φορτωμένη, αλλά όχι υπερβολική, αναδεικνύοντας με τον ήχο που έβγαλε τα μεγάλα riff του Mark Tremonti και φυσικά τους πάντα κείμενους στη σκοτεινή πλευρά στίχους του Myles Kennedy. Οι ακουστικές κιθάρες στο ξεκίνημα του άλμπουμ, για το "Cry Of Achilles", το Tool riff του "The Uninvited" και η ανάληψη των lead φωνητικών από τον Tremonti για το "Waters Rising" είναι μερικές από τις πιο άμεσα αναγνωρίσιμες διαφοροποιήσεις στο "Fortress". Στην περίπου μία ώρα της διάρκειάς του, ο οπαδός θα βρει σχεδόν όσα έχει αγαπήσει σε αυτό το συγκρότημα και κυρίως το συναίσθημα που ξέρει να μεταδίδει αυτή η μπάντα μέσα από τη μουσική της. Όσο κι αν ακούγεται κλισαρισμένο, οι Alter Bridge σού δίνουν την αίσθηση ότι βάζουν την ψυχή τους σε αυτό που κάνουν, κάτι που δύσκολα μπορεί να μην εκτιμήσει κάποιος.

Το "Addicted To Pain" αποδείχτηκε εξαιρετικό δείγμα για πρώτη επαφή και πιθανότατα θα ακολουθηθεί από το "Cry A River", το οποίο διαθέτει επίσης δυναμικό riff και ευκολομνημόνευτη μελωδία, ενώ αμφότερα αναμένεται να αποτελέσουν αναπόσπαστες στιγμές των επερχόμενων συναυλιών. Δώσε βάση στο riff στη μέση του "Bleed It Dry", στο refrain του "Peace Is Broken" κι απόλαυσε τον Myles στην εισαγωγή του "Calm The Fire" να τραγουδάει σε ύφος και τονικότητα που είχε να ακουμπήσει από την εποχή των Mayfield Four, όταν δεν βάραιναν και κάποια επιπλέον χρόνια τη φωνή του. Προσωπικά, κάθε φορά που τελειώνει το εξαιρετικό ομώνυμο τραγούδι το βρίσκω πολύ δύσκολο να μην ξαναρχίσω από την αρχή, απολαμβάνοντας όσα έχω ανακαλύψει και περιμένοντας να δεθώ με ακόμα περισσότερα.


Δεν βρίσκω ούτε μισή περιττή στιγμή στο άλμπουμ, το οποίο ως σύνολο δείχνει να στέκεται πάνω από το "ABIII", κάτι που δεδομένων των μεγεθών αποτελεί σπουδαίο επίτευγμα, ενώ από την πλευρά τους οι Alter Bridge παρέδωσαν με εμφατικό τρόπο ένα άλμπουμ που επιβεβαιώνει όσους τους τοποθετούσαν ήδη στην ελίτ της σημερινής rock μουσικής. Αλήθεια, δεν είχες ποτέ την επιθυμία να μπορούσες να ήσουν εκεί όταν τα μεγάλα ονόματα κυκλοφορούσαν τα κλασικά δημιουργήματά τους; Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία (πάντα κατ' αναλογία). Ή μήπως θέλουμε να είμαστε σαν αυτούς που κάθε φορά που κυκλοφορούσε ένα άλμπουμ το οποίο σήμερα θεωρείται σπουδαίο και τρανό, αυτοί μίλαγαν για το αγαπημένο τους άλμπουμ του 1982; Η επιλογή είναι στο χέρι του καθενός και το "Fortress" είναι εκεί έξω.


Νούμερο 3   Riverside "Shrine Of New Generation Slaves"

Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που οι Riverside συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κυρίαρχα εν ενεργεία συγκροτήματα στους progressive κύκλους αφορά στην ικανότητά τους να εξελίσσουν διαρκώς τον ήχο τους από δίσκο σε δίσκο. Το "Rapid Eye Movement" μπορεί να ήταν το λιγότερο τολμηρό σ' αυτόν τον τομέα (παρ' όλης της δεδομένης ποιότητάς του), όμως το προ τριετίας "Anno Domini High Definition", όπου σε σημεία νόμιζες ότι άκουγες άλλη μπάντα, ξεχώρισε ως ένα ακόμα αποκορύφωμα της προοδευτικότητάς τους. Φέτος, με την πέμπτη τους δουλειά, οι Πολωνοί αποφασίζουν να αλλάξουν δραστικά τα πάντα -για ακόμη μια φορά- και να εξερευνήσουν νέες κορυφές στο "Shrine Of New Generation Slaves".


Αυτό που επιχειρεί η μπάντα στο "S.O.N.G.S.", λοιπόν, συνοψίζεται στο εξής απλό: τη σύνθεση τραγουδιών χωρίς επιτηδεύσεις, μακριά από συμβατικές rock φόρμες που υπήρχαν σε προηγούμενους δίσκους τους, και κυρίως χωρίς να ανησυχούν αν το αποτέλεσμα δεν ακούγεται «σαν Riverside» σε οποιοδήποτε σημείο. Και φυσικά επιτυγχάνουν σε όλα με πανηγυρικό τρόπο.



Αυτό που διακρίνεται άμεσα σε κομμάτια όπως το "New Generation Slave", το -πρώτο single του δίσκου- "Celebrity Touch", ή το groovy "Feel Like Falling" είναι πως οι όποιες metal καταβολές του παρελθόντος έχουν πλέον εκμηδενιστεί, ενώ και οι επιμέρους επιδόσεις του κάθε μέλους μεταβάλλονται κατά βούληση, δημιουργώντας καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από ρευστότητα και εστιάζουν -όπως εμφανώς υποδηλώνει και το ακρωνύμιο του τίτλου- στα τραγούδια αυτά καθεαυτά. Το μπάσο συνεχίζει να ηγείται, όμως το κάνει με αρκετά διαφορετικό τρόπο, συμμαχώντας συχνά με τα πλήκτρα. Αυτά με τη σειρά τους αναβαθμίζονται σε έναν πολύ πιο σύνθετο ρόλο πολλαπλών επιπέδων, προτιμώντας να διοχετεύουν τους πειραματισμούς τους σε ηλεκτρονικά μονοπάτια από το να εμμένουν στον βουτηγμένο-στη-σεβεντίλα-ήχο που θα περίμενε κανείς να δεσπόζει και πάλι. Ο δε ήχος της κιθάρας παραμένει σαγηνευτικός, αλλά τα θέματά της διαφοροποιούνται πλησιάζοντας νοοτροπίες κλασικού rock, με τον Grudziński να σολάρει όπως δεν έχει σολάρει ποτέ.

Στα πανέμορφα "The Depth Of Self-Delusion" και "Deprived" η μπάντα απομακρύνεται από τα συνθετικά της καλούπια όσο ποτέ άλλοτε, αφήνοντας τις εξαίσιες μελωδίες της να επιβληθούν μέσω των φωνητικών, της κιθάρας, αλλά και της έκτακτης εμφάνισης του σαξοφώνου. Το μοναδικό σημείο κατά το οποίο έρχονται πιο κοντά στο παρελθόν τους συναντάται στο "We Got Used To Us", με την laid back διάθεσή του να παραπέμπει στα αντίστοιχα «χαλαρά» κομμάτια από το ντεμπούτο τους. Ωστόσο, ακόμα κι αν έλειπαν όλα τα παραπάνω, το δεκατριάλεπτο "Escalator Shrine" θα αρκούσε για να δικαιολογήσει την τοποθέτηση του όρου progressive δίπλα στο όνομα των Riverside, ξεκινώντας με μια εισαγωγή-μυσταγωγία πριν οδηγηθεί μέσω μιας χαρακτηριστικής μπασογραμμής σε ένα προοδευτικό όργιο, μέσα στο οποίο κρύβονται μερικές από τις βαρύτερες στιγμές του δίσκου. Κλείνοντας με το "Coda" εν είδη reprise του "Feel Like Falling", η μπάντα ολοκληρώνει μία θεματικά σκοτεινή δουλειά με μία μικρή ένδειξη ελπίδας, υπενθυμίζοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μείνει αμετάβλητο, ότι η εξέλιξη είναι μέσα στη φύση όλων των πραγμάτων.

Η εντύπωση που σού δημιουργείται ακούγοντας το "Shrine Of New Generation Slaves" είναι ότι, από όσα στάδια κι αν περάσουν οι Πολωνοί κατά τη διάρκεια της δισκογραφικής τους πορείας, πάντα θα βρίσκουν τρόπους να διαπρέπουν μέσα σ' αυτά, αποπνέοντας πρόοδο και προσδίδοντας αυθεντικότητα στη μουσική τους. Αυτό που εν τέλει πετυχαίνουν οι Riverside στον πέμπτο τους δίσκο είναι να αναδιαμορφώσουν το ύφος τους στρογγυλεύοντας τις γωνίες τους, εναντιωμένοι σε οποιασδήποτε μορφής στασιμότητα, με τον Duda να ανάγεται πλέον σε έναν από τους κορυφαίους συνθέτες στο πεδίο του σύγχρονου progressive. Το μόνο που μένει να δούμε είναι κατά πόσο μπορούν να κερδίσουν και σε δημοφιλία, αυτή που τόσο στερήθηκαν -αν και ανέκαθεν δικαιούνταν- ως τώρα. Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι σαν κι αυτούς εκεί έξω.



Νούμερο 2   Clutch "Earth Rocker"

«Είναι μόλις η δεύτερη φορά που παίζουμε εδώ και δεν ξέρω γιατί δεν το κάναμε τα τελευταία 20 χρόνια. Θα το κάνουμε τα επόμενα 20». Αυτά ήταν τα λόγια του Neil Fallon πριν από δύο χρόνια επί ελληνικού εδάφους και μία λογική απάντηση εκ μέρους μας θα μπορούσε να είναι κάτι του στυλ «Επειδή αργήσαμε να σας ακούσουμε». Δεν είναι ψέματα και βάλε κάτω να δεις από πότε υπάρχουν και πότε έγιναν όνομα στην Ελλάδα. Το ότι τους κόλλησαν διάφορες μουσικές ταμπέλες κατά καιρούς, δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ετεροχρονισμένη δημιουργία σχέσης μας με την μπάντα, άλλωστε απορροφούμε αρκετά και διαφορετικά είδη ως ακροατήριο, το θέμα είναι ότι πλέον έχουμε καλύψει το χαμένο έδαφος κι έχουμε εναρμονιστεί πλήρως με τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου. Μπράβο μας...

...γιατί ξέρουμε να εκτιμάμε την καλή μουσική, αν και μερικές φορές έχουμε την τάση να θεοποιούμε ή να ξεφτιλίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις λόγω της φύσης μας. Ο 10ος δίσκος των Clutch όμως θα λάβει ακριβώς ό,τι του αναλογεί. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Βλέπεις, ξεκίνησε να υλοποιείται έπειτα από την περιοδεία τους με Thin Lizzy & Motorhead, είναι κι αυτοί live μπάντα, δεν ήθελε και πολύ να μεταδοθεί η «ζωντανή ατμόσφαιρα» σε studio δίσκο τους. Δεν χρειάζεται παραπάνω από μια ακρόαση του "Earth Rocker" για να αποκομίσεις την αίσθηση πως παίζουν δίπλα σου. Το προωθητικό video clip του ομώνυμου τραγουδιού το ομολογεί κατηγορηματικά άλλωστε. Ένα παρατεταμένο και συνεχόμενο groove n' roll που έχει την δυνατότητα να φέρνει σε πρώτο πλάνο την συνολική δουλειά διά μέσω της σπουδαιότητας των μουσικών.


Μπορεί να είναι η φυσαρμόνικα σε πρώτο πλάνο, ενίοτε η κιθάρα, άλλες πάλι φορές η κουδούνα του drummer και συνήθως η τραγουδιστική εκφορά του λόγου από τον Fallon, το πλέον cool άτομο που είναι άξιο να εκστομίσει στίχους κατανοητούς μόνο από την πάρτη του("Blooo-Ahhh/Hey Hey Uh Huh Huh"), σε βαθμό της κλίμακας Hetfield - Wyndorf. Έχουν αντιληφθεί και οι ίδιοι την επικινδυνότητα της ανεπανόρθωτης ζημιάς που μπορούν να προκαλέσουν κι έτσι χαλιναγωγούν τα γκέμια τους με συνθέσεις σαν τα "Gone Cold" και "Book, Saddle & Go". Είναι τα γαμημένα τόσο δεξιοτεχνικά τοποθετημένα, ούτως ώστε όχι μόνο να δίνουν αναπνοές, αλλά και να χαλαρώνουν για το μετά, όπως ακριβώς ένα ποτήρι νερό ενδιάμεσα από το booze. Μαύρα κι αργόσυρτα με τον απαιτούμενο κόφτη, ωσάν τον επικήδειο που δεν ακούστηκε ποτέ στους Skynyrd.

Δεν αξίζει στο "Earth Rocker" να συγκριθεί με το "Blast Tyrant", θα είναι κρίμα και για τα δυο τους, απλά το πρώτο είναι το απόκτημα της γενιάς μας που έχει επιτέλους τους δικούς της ήρωες, που φωνάζουν "Oh, Isabella" σε αντίλογο των "Whole Lotta Rosie" ιαχών. Αν και όταν, τυχόν λάτρεις δεινοσαύρων αρνηθούν να ευχαριστηθούν παρέα μας  το τότε τους με το τώρα μας, υποστηρίζοντας ότι έζησαν, άκουσαν και είδαν από κοντά την απόλυτη μπάντα όλων των εποχών, είμαστε ευτυχώς σε θέση να αντιπαρέρθουμε του τσαμπουκά με ηχητικά ντοκουμέντα κι όχι με αιματηρά κουτουλίδια. Αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε τα ναρκωτικά σας, την μουσική σας, τα όλα σας, τα ευχαριστιόμαστε αλλά δεν θα μας αφαιρέσετε το δικαίωμα να ανακηρύξουμε τους Clutch ως τους δικούς μας Reverends, το κλείσιμο του "The Wolfman Kindly Requests" ως την απόλυτη ανατροπή και το "The Face" ως το δικό μας "Let There Be Rock". Enough said...


Νούμερο 1   Steven Wilson "The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)"

To "Grace For Drowning" του 2011 ήταν ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ για τον Steven Wilson. Ήταν φυσικά σημαντικό γιατί είχε σπουδαία τραγούδια, αλλά και για έναν ακόμα λόγο, όπως είχα ρισκάρει να γράψω και στην τότε μου κριτική. Για την προοπτική που άνοιγε. Φανέρωνε ότι έρχεται κάτι ακόμα μεγαλύτερο, κάτι ακόμα πιο αριστουργηματικό από αυτόν τον άνθρωπο αρκεί, αν επιθυμούσε να συνεχίσει στην ίδια (και πρόσφατα υιοθετημένη) κατεύθυνση, να βελτίωνε κάποιες λεπτομέρειες.

Πιθανότατα αν κάτι τέτοιο είδα εγώ να το εντόπισε και ο ίδιος ο Wilson (που σαφώς και είναι εξυπνότερος), οπότε και προέβη σε τρεις απλές αλλά αποτελεσματικές κινήσεις. Καταρχήν επιλέγει μόνιμους μουσικούς - συνεργάτες με τους οποίους μάλιστα περιοδεύει, σε αντίθεση με τη συγκέντρωση σημαντικών αλλά εναλλασσόμενων μουσικών που εμπιστεύτηκε πριν από δύο χρόνια. Επιπλέον, αφήνει εν μέρει την επιμέλεια του ήχου από τα χέρια του, εμπιστευόμενος ένα άλλο, εξίσου έμπειρο αυτί για το engineering. Τέλος, κάνει τη νέα του δουλειά πιο ομοιογενή και μαζεμένη, και όχι μόνο λόγω του ότι αυτή τη φορά είναι μονό CD. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει απόλυτα και το "The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)" είναι το αριστούργημα που το "Grace For Drowning" υπονοούσε.

Στο άρμα του Wilson λοιπόν επιβαίνουν καταρχήν τα 2/3 των Aristocrats, ήτοι οι Marco Minemman στα drums και Guthrie Govan στην κιθάρα (ο τελευταίος η μόνη στουντιακή προσθήκη σε σχέση με το συγκρότημα που περιόδευσε), ο Nick Beggs (γνωστός από το συγκρότημα του Steve Hackett κυρίως) στο μπάσο, ο μόνιμος συνεργάτης Theo Travis σε όλα τα πνευστά και ο Adam Holzman (στο βιογραφικό του οποίου ξεχωρίζει η συνεργασία του με τον Miles Davis) στα πλήκτρα. Είναι άσκοπο να αναλυθεί το πόσο εντυπωσιακοί είναι όλοι τους, ο καθένας στο όργανό του, αφού μάλλον το prog ή/και jazz παρελθόν όλων τους λέει πολλά. Δύο πράγματα όμως αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Καταρχήν, όσο βαριά κουβέντα και αν ακούγεται αυτό, πιθανόν να έχουμε εδώ τα καλύτερα πλήκτρα που έχουν παιχτεί ποτέ σε οποιοδήποτε δίσκο του Wilson. Κατά δεύτερον είναι αξιοσημείωτο το πόσο δεμένο είναι το σύνολο αυτό, σε βαθμό που να είναι τελικά (σχεδόν) κρίμα που αυτός εδώ ο δίσκος δεν αποδίδεται στο όνομα κάποιου συγκροτήματος. Χωρίς να μπορεί να επιβεβαιωθεί αυτό από κανέναν άλλον εκτός από τον ίδιο τον Wilson, εκτιμώ ότι σημαντική είναι και η δουλειά του Alan Parsons που έχει αναλάβει την ηχοληψία. Ένα έμπειρο και αξιοσέβαστο αυτί σαν το δικό του δεν μπορεί παρά να έλαβε χώρο από τον Wilson για προτάσεις και είναι τελικά πάντα σημαντικό ένας τρίτος άνθρωπος να μπορεί να συμβουλεύει έναν καλλιτέχνη τι είναι περιττό και τι πρέπει να ενισχυθεί. Μέρος της ευθύνης για το πιο σφιχτό αποτέλεσμα σε σχέση με το "Grace For Drowning" μάλλον θα πρέπει να του πιστωθεί.

Τέλος υπάρχουν οι συνθέσεις, το πιο σημαντικό κομμάτι. Και εντάξει, το "Luminol" που ανοίγει τον δίσκο, αν δεν το είχαμε ακούσει ήδη από το live DVD "Get All You Deserve" θα ήταν ένα μεγάλο σοκ για όλους μας, καθώς είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει γράψει ο Steven εδώ και πολύ καιρό αν όχι ανέκαθεν. Αλλά και η συνέχεια δεν παρεκκλίνει της πορείας, με το "Drive Home" να θυμίζει γρήγορα το πόσο ατμοσφαιρική μπορεί να κάνει τη μελαγχολία αυτός ο άνθρωπος, το εντυπωσιακό "Holy Drinker" να αποτελεί μία ψυχεδελική/space/fusion άβυσσο με επικά φωνητικά, το "Pin Drop" να ακούγεται σε σημεία ως εκμοντερνισμένοι Pink Floyd όπως ήξερε και παλιά να κάνει ο Wilson, το "Watchmaker" ως τρίτη μεγάλης διάρκειας (και ποιότητας) σύνθεση να αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο από μελωδικής σκοπιάς όλων και αυτό που επιβεβαιώνει ότι από την ώρα που ο Wilson αποφάσισε να παίξει ξεκάθαρα prog δεν τον πιάνει κανείς και, τέλος, αυτό που έδωσε το όνομά του και στον δίσκο να κλείνει με ιδανική ηρεμία μία δουλειά που όλα δείχνουν ότι θα μνημονεύεται για χρόνια.

Παρότι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι πάντα ήταν ο ηγέτης όποιου σχήματος συμμετείχε, είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι ο Steven Wilson είναι περισσότερο ένας mastermind πίσω από έναν δίσκο στον οποίο άλλοι υπηρετούν το δικό του όραμα, παρά ένας μουσικός που έχει την ευθύνη να καθορίσει τον ήχο και το αποτέλεσμα. Κάπως όπως ο Waters έγινε στους Pink Floyd πολύ περισσότερο ο δημιουργικός εγκέφαλος, ο Συνθέτης (με το σίγμα κεφαλαίο επί τούτου) παρά ο μπασίστας. Αυτό, βέβαια, μαζί με την κατεύθυνση που παίρνουν πλέον οι μουσικές προτιμήσεις του Steven μου δημιουργεί φόβους για το μέλλον των Porcupine Tree, αλλά, να πω την αμαρτία μου, με δίσκους σαν κι αυτόν, δεν με πολυνοιάζει κιόλας...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου